Όταν ο κινητήρας τραντάζεται στο ρελαντί, δύο από τις πιο συχνές αιτίες είναι τα φθαρμένα μπουζί που δεν παράγουν σταθερό σπινθήρα, ή η βρώμικη πολλαπλή εισαγωγής που διαταράσσει τη ροή του αέρα προς τους κυλίνδρους. Και τα δύο προβλήματα προκαλούν ανομοιόμορφη καύση και απώλεια ισχύος. Δεν είναι όμως οι μοναδικές αιτίες: το τράνταγμα στο ρελαντί μπορεί επίσης να οφείλεται σε ακαθαρσίες στο σώμα πεταλούδας ή στη βαλβίδα IAC (Idle Air Control), σε διαρροή κενού (vacuum leak), σε ελαττωματικούς αισθητήρες (MAF, MAP, αισθητήρα στροφαλοφόρου), σε φθαρμένους εγχυτήρες, σε πρόβλημα πίεσης καυσίμου ή σε μειωμένη συμπίεση κυλίνδρων.
Σε καθημερινή αστική οδήγηση με συχνές στάσεις σε φανάρια και χαμηλές ταχύτητες, οι οδηγοί συχνά αντιλαμβάνονται το πρόβλημα κατά τη στάση ή κατά την εκκίνηση το πρωί, όταν η απουσία επιταχύνσεων καθιστά ευδιάκριτη την ανομοιόμορφη λειτουργία του κινητήρα.
Το τράνταγμα στο ρελαντί δεν είναι απλώς μια δόνηση. Είναι μια ασυνεχής, ρυθμική ταλάντωση του κινητήρα που μεταδίδεται στο τιμόνι, το κάθισμα και το πάτωμα του αυτοκινήτου. Ο οδηγός νιώθει σαν ο κινητήρας να «χάνει» κάποιες εκρήξεις, να λειτουργεί σε τρεις κυλίνδρους αντί για τέσσερις, ή να αλλάζει ρυθμό χωρίς προειδοποίηση.
Το φαινόμενο γίνεται πιο έντονο όταν το αυτοκίνητο σταματά σε φανάρι με αναμμένο τον κλιματισμό ή όταν ο κινητήρας είναι ακόμα κρύος. Σε αυτές τις συνθήκες, η ζήτηση για ισχύ αυξάνεται, ενώ η ποιότητα της καύσης είναι ήδη μειωμένη. Αν ο οδηγός βάλει ταχύτητα χωρίς να επιταχύνει, το τράνταγμα μπορεί να εξελιχθεί σε σβήσιμο.
Το τράνταγμα του κινητήρα διαφέρει από τις δονήσεις που προέρχονται από φθαρμένα ελαστικά στηρίγματα κινητήρα (γνωστά στα συνεργεία ως «βάσεις» ή «ταπάκια») ή ελαττωματικούς άξονες. Στην περίπτωση των μπουζί ή της πολλαπλής εισαγωγής, η δόνηση συνοδεύεται από ακανόνιστο ήχο εξάτμισης, μειωμένη απόκριση γκαζιού και συχνά από ενεργοποίηση της λυχνίας check engine.
Τα μπουζί είναι υπεύθυνα για την ανάφλεξη του μίγματος αέρα-καυσίμου μέσα στον κύλινδρο. Όταν φθαρούν, το κεντρικό ηλεκτρόδιο διαβρώνεται, το άνοιγμα μεγαλώνει και ο σπινθήρας γίνεται ασθενής ή ασταθής. Αν ένας κύλινδρος δεν πάρει αρκετό σπινθήρα, δεν καίγεται σωστά το μίγμα και η ισχύς που παράγεται είναι χαμηλότερη από τους άλλους κυλίνδρους.
Το αρχικό άνοιγμα ηλεκτροδίου σε σύγχρονα μπουζί κυμαίνεται τυπικά μεταξύ 0,7–1,1 mm, ανάλογα με την προδιαγραφή του κατασκευαστή του οχήματος. Η αποτελεσματικότητα μειώνεται σταδιακά καθώς το άνοιγμα μεγαλώνει λόγω φθοράς, και αντικατάσταση συνήθως συνιστάται όταν η φθορά υπερβεί κατά 0,2–0,3 mm το αρχικό spec. Παράλληλα, το μπουζί χάνει αποτελεσματικότητα όταν το κεντρικό ηλεκτρόδιο καλυφθεί από άνθρακα, λάδι ή καύσιμο (fouling). Στην πρώτη περίπτωση, η τάση που απαιτείται για να δημιουργηθεί ο σπινθήρας ξεπερνά την ικανότητα του πηνίου. Στη δεύτερη, η αγώγιμη εναπόθεση δημιουργεί διαδρομή διαρροής ρεύματος (carbon tracking), με αποτέλεσμα η τάση να εκτονώνεται μέσω αυτής χωρίς να αναπτυχθεί επαρκής διαφορά δυναμικού για κανονικό σπινθήρα.
Όταν ένας κύλινδρος δεν καίει, το άκαυστο μίγμα περνά στην εξάτμιση και μπορεί να προκαλέσει υπερθέρμανση και καταστροφή του καταλύτη. Αυτή είναι μια από τις πιο δαπανηρές βλάβες του οχήματος, γι' αυτό η συνεχιζόμενη οδήγηση με misfire πρέπει να αποφεύγεται — η αντικατάσταση μπουζιών ή πηνίου κοστίζει πολύ λιγότερο από έναν νέο καταλύτη. Θεωρητικά, σε έναν τετρακύλινδρο κινητήρα η απώλεια ισχύος όταν χάνεται ένας κύλινδρος είναι περίπου 25%, αλλά στην πράξη η πραγματική απώλεια συχνά είναι μεγαλύτερη, καθώς ο μη λειτουργικός κύλινδρος δημιουργεί τριβή και διαταράσσει τη συνολική ισορροπία. Σε σύγχρονα οχήματα, το ECU συχνά διακόπτει την έγχυση στον προβληματικό κύλινδρο για να προστατεύσει τον καταλύτη. Ο κινητήρας λειτουργεί με ανισορροπία που επιβαρύνει τα ρουλεμάν και τα ελαστικά στηρίγματα, και το τράνταγμα παραμένει εμφανές.
Η πολλαπλή εισαγωγής (intake manifold) είναι ο αγωγός που διανέμει τον αέρα από το σώμα πεταλούδας στους κυλίνδρους. Όταν εσωτερικά συσσωρεύονται ελαιώδη κατάλοιπα, άνθρακας ή ρύποι από το σύστημα ανακυκλοφορίας καυσαερίων (EGR), οι διατομές στενεύουν και η ροή του αέρα γίνεται ανομοιόμορφη.
Η ανομοιόμορφη ροή αέρα σημαίνει ότι κάποιοι κύλινδροι λαμβάνουν περισσότερο αέρα από άλλους. Σε παλαιότερα συστήματα, το ECU υπολόγιζε την ποσότητα καυσίμου με βάση τη συνολική ροή αέρα που μετρά ο αισθητήρας MAF, χωρίς δυνατότητα προσαρμογής ανά κύλινδρο. Σε σύγχρονα συστήματα σειριακής έγχυσης, το ECU μπορεί να εφαρμόσει ανά-κύλινδρο fuel trim βάσει δεδομένων από αισθητήρες λάμδα και knock sensors, αλλά οι διορθώσεις αυτές είναι περιορισμένες και δεν μπορούν να αντισταθμίσουν πλήρως μεγάλες αποκλίσεις παροχής αέρα. Έτσι, ένας κύλινδρος μπορεί να λειτουργεί με πλούσιο μίγμα (περισσότερο καύσιμο, λιγότερος αέρας) και άλλος με φτωχό (λιγότερο καύσιμο, περισσότερος αέρας). Και τα δύο σενάρια προκαλούν ατελή καύση.
Το σύστημα EGR επαναφέρει μέρος των καυσαερίων στην εισαγωγή για να μειώσει τις εκπομπές οξειδίων του αζώτου. Όταν η βαλβίδα EGR κολλήσει ανοιχτή ή όταν οι σωληνώσεις είναι βρώμικες, η πολλαπλή εισαγωγής γεμίζει με ελαιώδη κατάλοιπα. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα σε κινητήρες diesel και σε βενζινοκίνητους με άμεση έγχυση (GDI).
Η διάγνωση ξεκινά με τη σύνδεση του διαγνωστικού εργαλείου OBD-II. Ο τεχνικός αναζητά κωδικούς σφάλματος που αφορούν misfire (ο P0300 αντιστοιχεί σε γενικό/τυχαίο misfire πολλαπλών κυλίνδρων, ενώ οι P0301, P0302, P0303 κ.ο.κ. αντιστοιχούν σε misfire σε συγκεκριμένο κύλινδρο — P0301-P0304 για τετρακύλινδρους, μέχρι P0306 για 6κύλινδρους και P0308 για 8κύλινδρους), ελαττωματικό αισθητήρα θέσης εκκεντροφόρου (P0340), ή πρόβλημα στο σύστημα EGR (P0401–P0404). Πέρα από τους κωδικούς misfire, ο τεχνικός ελέγχει επίσης πιθανές αιτίες όπως διαρροή κενού, σώμα πεταλούδας ή βαλβίδα IAC με κατάλοιπα, αισθητήρες MAF/MAP, εγχυτήρες, πίεση καυσίμου και κατάσταση συμπίεσης κυλίνδρων.
Μετά την ανάγνωση των κωδικών, ο τεχνικός αφαιρεί τα μπουζί και εξετάζει το χρώμα του ηλεκτροδίου. Ένα υγιές μπουζί έχει καφέ-γκρίζο χρώμα. Μαύρο χρώμα σημαίνει πλούσιο μίγμα ή καμένο λάδι. Λευκό ή γκρι-άσπρο σημαίνει φτωχό μίγμα ή υπερθέρμανση. Ηλεκτρόδιο με στρογγυλεμένες άκρες ή μεγάλο άνοιγμα σημαίνει φυσιολογική φθορά και ανάγκη αντικατάστασης.
Για τον έλεγχο της πολλαπλής εισαγωγής, ο τεχνικός μπορεί να χρησιμοποιήσει ενδοσκόπιο για να δει το εσωτερικό των αγωγών ή να εκτελέσει smoke test για να εντοπίσει διαρροές κενού. Αν η πολλαπλή είναι βρώμικη, ο καθαρισμός μπορεί να γίνει με ειδικό καθαριστικό υπό πίεση ή με αφαίρεση και χειροκίνητο καθαρισμό.
Η αντικατάσταση των μπουζί φαίνεται απλή εργασία, αλλά απαιτεί σωστά εργαλεία (καρυδάκι μπουζί με ελαστικό, ροπόκλειδο) και αυστηρή τήρηση της προδιαγραφής του κατασκευαστή. Λάθος σύσφιξη μπορεί να καταστρέψει το σπείρωμα της κεφαλής κυλίνδρου — μια βλάβη με ιδιαίτερα υψηλό κόστος αποκατάστασης, ιδίως σε κεφαλές από αλουμίνιο. Για τον λόγο αυτό, αν ο ιδιοκτήτης δεν έχει την κατάλληλη εμπειρία και εξοπλισμό, η εργασία συνιστάται να γίνεται σε αδειούχο συνεργείο. Ο τεχνικός αφαιρεί τα καλώδια ή τα πηνία ανάφλεξης, ξεβιδώνει τα παλιά μπουζί με ειδικό καρυδάκι και ελέγχει την κατάσταση των σπειρωμάτων στην κεφαλή.
Τα μπουζί πρέπει να σφίγγονται με την προδιαγραφή του κατασκευαστή του οχήματος, η οποία πρέπει πάντα να ελέγχεται στο service manual. Η σωστή ροπή εξαρτάται κρίσιμα από το μέγεθος του σπειρώματος (M10, M12, M14), τον τύπο της έδρας (gasket ή tapered) και το υλικό της κεφαλής. Ενδεικτικά, για τυπικά μπουζί M14 με flat seat η ροπή κυμαίνεται περίπου σε 25–35 Nm, για M12 περίπου 15–25 Nm και για M10 περίπου 10–15 Nm — όμως αυτά είναι μόνο ενδεικτικά εύρη και δεν αντικαθιστούν την προδιαγραφή του κατασκευαστή. Υπερβολική σύσφιξη μπορεί να σπάσει το πορσελάνινο μονωτικό ή να καταστρέψει το σπείρωμα της κεφαλής. Ανεπαρκής σύσφιξη προκαλεί διαρροή συμπίεσης και υπερθέρμανση του μπουζιού.
Αν τα πηνία ανάφλεξης έχουν ρωγμές, διαρροές λαδιού στο εσωτερικό ή εμφανίζουν χαμηλή τάση εξόδου κατά τη δοκιμή, αντικαθίστανται μαζί με τα μπουζί. Σε κινητήρες με ξεχωριστό πηνίο ανά κύλινδρο, η αντικατάσταση γίνεται συνήθως μόνο στον προβληματικό κύλινδρο, εκτός αν όλα έχουν υπερβεί τα 100.000 χιλιόμετρα.
Ο καθαρισμός της πολλαπλής εισαγωγής μπορεί να γίνει με δύο τρόπους: με χημικό καθαριστικό που ψεκάζεται μέσω του σώματος πεταλούδας ή με αφαίρεση και χειροκίνητο καθαρισμό. Η πρώτη μέθοδος είναι ταχύτερη και λιγότερο επεμβατική, αλλά λειτουργεί μόνο σε ήπιες περιπτώσεις και έχει σημαντικούς περιορισμούς στους κινητήρες άμεσης έγχυσης βενζίνης (GDI): επειδή το καύσιμο σε αυτούς δεν περνά από τις βαλβίδες εισαγωγής, ο ψεκασμός καθαριστικού μέσω του σώματος πεταλούδας δεν φτάνει στις εναποθέσεις άνθρακα στις βαλβίδες, με αποτέλεσμα η μέθοδος να έχει περιορισμένη έως μηδαμινή αποτελεσματικότητα. Σε GDI κινητήρες η ενδεδειγμένη λύση είναι η αφαίρεση της πολλαπλής και ο μηχανικός καθαρισμός των βαλβίδων (συχνά με τη μέθοδο walnut blasting — εκτόξευση κελυφών καρυδιού).
Ο τεχνικός αφαιρεί τον αεραγωγό εισαγωγής και ψεκάζει το καθαριστικό απευθείας στο σώμα πεταλούδας ενώ ο κινητήρας λειτουργεί στο ρελαντί. Το προϊόν διαλύει τα ελαιώδη κατάλοιπα και τα καίει μέσα στον κινητήρα. Η διαδικασία διαρκεί 10–15 λεπτά και συνοδεύεται από έντονο καπνό στην εξάτμιση. Η εργασία απαιτεί προσοχή στη δοσολογία και τον ρυθμό ψεκασμού: υπερβολική ποσότητα υγρού σε σύντομο χρόνο μπορεί να προκαλέσει hydrolock (υδραυλικό κλείδωμα κυλίνδρου) ή να επιβαρύνει σοβαρά τον καταλύτη και τους αισθητήρες λάμδα. Για τους λόγους αυτούς, ο χημικός καθαρισμός συνιστάται να εκτελείται από έμπειρο τεχνικό και όχι ως DIY διαδικασία.
Σε οχήματα με υψηλή χιλιομετρική κατανάλωση και έντονη συσσώρευση καταλοίπων, ή σε GDI και diesel κινητήρες με EGR, ο πλήρης χειροκίνητος καθαρισμός της πολλαπλής εισαγωγής είναι συνήθως η μόνη αποτελεσματική λύση. Ο τεχνικός αφαιρεί την πολλαπλή, την καθαρίζει με βούρτσα και διαλύτη και αντικαθιστά τις φλάντζες. Η διαδικασία διαρκεί 2–4 ώρες ανάλογα με την πρόσβαση.
Πολλοί οδηγοί πιστεύουν ότι το τράνταγμα στο ρελαντί οφείλεται πάντα σε πρόβλημα με τον συμπλέκτη ή τα στηρίγματα κινητήρα. Στην πραγματικότητα, ο συμπλέκτης όταν το αυτοκίνητο είναι σε νεκρά δεν συμμετέχει στη μετάδοση της κίνησης και δεν μπορεί να προκαλεί τράνταγμα στο ρελαντί. Αν το τράνταγμα εξαφανίζεται όταν ο κινητήρας επιταχύνει, η αιτία βρίσκεται συνήθως στο σύστημα ανάφλεξης ή στην εισαγωγή αέρα, όχι σε στοιχεία της μετάδοσης. Μηχανικές αιτίες δονήσεων που εμφανίζονται και στο ρελαντί μπορεί ωστόσο να είναι ο φθαρμένος διπλός δίσκος μάζας (dual mass flywheel), λάθος ρύθμιση βαλβίδων ή φθαρμένα ελαστικά στηρίγματα.
Όταν το τράνταγμα συνοδεύεται από μαύρο καπνό, το πρόβλημα είναι συνήθως πλούσιο μίγμα λόγω ελαττωματικού αισθητήρα οξυγόνου, βρώμικου φίλτρου αέρα ή προβλήματος στο σύστημα έγχυσης. Σε αυτή την περίπτωση, ο έλεγχος των μπουζί δείχνει μαύρα ηλεκτρόδια και η αντικατάστασή τους δεν λύνει το πρόβλημα μόνιμα.
Όταν το τράνταγμα εμφανίζεται μόνο κατά την επιτάχυνση και όχι στο ρελαντί, η αιτία μπορεί να είναι ελαττωματικός αισθητήρας θέσης εκκεντροφόρου, πρόβλημα στο σύστημα μεταβλητού χρονισμού βαλβίδων (VVT) ή αστοχία του πηνίου ανάφλεξης υπό φορτίο. Αυτές οι περιπτώσεις απαιτούν διαφορετική διαγνωστική προσέγγιση.
Η πρόληψη ξεκινά από τη χρήση καυσίμου καλής ποιότητας και την τακτική αντικατάσταση του φίλτρου αέρα. Το βρώμικο φίλτρο αέρα αφήνει σκόνη και ρύπους να εισέλθουν στην πολλαπλή εισαγωγής, ενώ το κακής ποιότητας καύσιμο αφήνει κατάλοιπα στα μπουζί και στους κυλίνδρους.
Οι κοντές διαδρομές με συχνές εκκινήσεις και σβησίματα δεν επιτρέπουν στον κινητήρα να φτάσει στη θερμοκρασία λειτουργίας. Αυτό προκαλεί συσσώρευση υγρασίας και άκαυστου καυσίμου στα μπουζί. Για να εξατμιστεί η υγρασία και να καούν τα κατάλοιπα, ο κινητήρας χρειάζεται να παραμείνει σε θερμοκρασία λειτουργίας για επαρκές χρονικό διάστημα — τυπικά 15–20 λεπτά συνεχούς οδήγησης, κατά προτίμηση σε ανοιχτό δρόμο όπου διατηρούνται σταθερές μέσες στροφές.
Τα διαστήματα αντικατάστασης μπουζί εξαρτώνται από τον τύπο τους και από τις προδιαγραφές του κατασκευαστή του οχήματος, που πρέπει πάντα να λαμβάνονται ως τελική αναφορά. Ενδεικτικά, τα συμβατικά μπουζί χαλκού (copper) αντικαθίστανται κάθε 30.000–50.000 χιλιόμετρα, τα platinum κάθε 60.000–100.000 χιλιόμετρα και τα iridium κάθε 100.000–160.000 χιλιόμετρα. Όσον αφορά την πολλαπλή εισαγωγής, δεν υπάρχει καθολικό διάστημα προληπτικού καθαρισμού· η ανάγκη εξαρτάται από τον τύπο του κινητήρα (GDI και diesel με EGR επιβαρύνονται σημαντικά νωρίτερα), το στιλ οδήγησης και τις συνθήκες χρήσης. Ο καθαρισμός συνιστάται όταν εμφανιστούν συμπτώματα όπως αυξημένη κατανάλωση καυσίμου, μειωμένη απόδοση ή δυσκολία στην εκκίνηση, ή κατόπιν οπτικού ελέγχου.
Το παρόν άρθρο έχει αμιγώς ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν αντικαθιστά τη διάγνωση και τη συμβουλή αδειούχου τεχνικού αυτοκινήτου. Οι τεχνικές διαδικασίες, ροπές σύσφιξης, διαστήματα συντήρησης και προδιαγραφές πρέπει πάντα να ελέγχονται στο service manual του κάθε οχήματος και να εκτελούνται από εξειδικευμένο συνεργείο με τον κατάλληλο εξοπλισμό.