Ο πόνος στην κατάποση με ταυτόχρονη παρουσία πύου στις αμυγδαλές απαιτεί άμεση ιατρική εκτίμηση για τον αποκλεισμό περιαμυγδαλικού αποστήματος, μιας επιπλοκής που εξελίσσεται ταχύτατα και μπορεί να απειλήσει τις αναπνευστικές οδούς. Το περιαμυγδαλικό απόστημα εμφανίζεται όταν η λοίμωξη ξεφύγει από το όριο της αμυγδαλής και συγκεντρωθεί πύον στον περιβάλλοντα ιστό, δημιουργώντας έντονο οίδημα και ασυμμετρία στον φάρυγγα.
Σε ωτορινολαρυγγολογικά ιατρεία επί της Οδού Πελοποννήσου, δρόμου ήπιας κυκλοφορίας σε αμιγώς οικιστική ζώνη, η πελατεία περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό οικογενειών με παιδιά, και η διάκριση μεταξύ απλής βακτηριακής αμυγδαλίτιδας και πιθανού περιαμυγδαλικού αποστήματος αποτελεί συχνό κλινικό ερώτημα κατά τη χειμερινή περίοδο.
Πριν από οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, υπάρχουν σημεία που επιβάλλουν άμεση μετάβαση στα επείγοντα νοσοκομείου και όχι σε ιατρείο: δυσκολία στην αναπνοή, συριγμός κατά την εισπνοή (stridor), αδυναμία κατάποσης του σάλιου με σιελόρροια, υψηλός πυρετός άνω των 39°C με σημεία τοξικότητας (σύγχυση, ταχυκαρδία, χαμηλή πίεση), ή ταχέως αυξανόμενη διόγκωση στον λαιμό. Αυτά τα συμπτώματα υποδηλώνουν πιθανή απόφραξη των αεραγωγών, σήψη ή εξάπλωση της λοίμωξης σε βαθύτερα διαστήματα του τραχήλου και απαιτούν νοσοκομειακή αντιμετώπιση χωρίς καθυστέρηση.
Στην κλασική βακτηριακή αμυγδαλίτιδα, οι αμυγδαλές είναι συμμετρικά οιδηματώδεις και καλύπτονται από λευκωπό εξίδρωμα ή μικρές πυώδεις κηλίδες. Ο πόνος είναι αμφοτερόπλευρος, το άνοιγμα του στόματος φυσιολογικό και η σταφυλή παραμένει στη μέση γραμμή. Η εικόνα αυτή αντιμετωπίζεται με αντιβίωση και αναλγητικά, και η βελτίωση είναι συνήθως εμφανής εντός 48–72 ωρών. Σημαντική κλινική παρατήρηση: παρόμοια εικόνα με εκτεταμένο πυώδες ή μεμβρανώδες εξίδρωμα μπορεί να εμφανίσει και η λοιμώδης μονοπυρήνωση (ιός Epstein-Barr), ιδίως σε εφήβους και νεαρούς ενήλικες, καθώς και ορισμένες αδενοϊικές λοιμώξεις. Η παρουσία πύου επομένως δεν σημαίνει αυτόματα βακτηριακή αιτιολογία· σε παρατεινόμενα συμπτώματα, διάχυτη λεμφαδενοπάθεια ή σπληνομεγαλία απαιτείται έλεγχος για μονοπυρήνωση, καθώς η χορήγηση αμοξυκιλλίνης σε EBV προκαλεί χαρακτηριστικό εξάνθημα.
Το περιαμυγδαλικό απόστημα εμφανίζει χαρακτηριστική μονόπλευρη διόγκωση: η μία αμυγδαλή και ο γύρω ιστός προεξέχουν έντονα, η σταφυλή εκτοπίζεται προς την αντίθετη πλευρά και το άνοιγμα του στόματος γίνεται επώδυνο και περιορισμένο (τρισμός). Ο πόνος είναι μονόπλευρος, οξύς και ακτινοβολεί προς το αυτί. Η κατάποση του σάλιου γίνεται σχεδόν αδύνατη και ο ασθενής μιλάει με χαρακτηριστική «καυτή πατάτα» φωνή.
Η εξέλιξη από αμυγδαλίτιδα σε απόστημα συμβαίνει συνήθως μεταξύ 3ης και 5ης ημέρας της λοίμωξης. Αν η θεραπεία της αμυγδαλίτιδας ξεκίνησε αργά ή το αντιβιοτικό δεν κάλυψε τα υπεύθυνα παθογόνα, η λοίμωξη διαπερνά την κάψα της αμυγδαλής και εγκλωβίζεται στον περιαμυγδαλικό χώρο. Η άμεση κλινική εκτίμηση είναι κρίσιμη γιατί το απόστημα μπορεί να προκαλέσει απόφραξη των αναπνευστικών οδών, να ρήξει προς τους ιστούς του τραχήλου, να οδηγήσει σε θρόμβωση της έσω σφαγίτιδας φλέβας (σύνδρομο Lemierre, που σχετίζεται κυρίως με το Fusobacterium necrophorum), σε κατάβαση πύου προς το μεσοθωράκιο (μεσοθωρακίτιδα), σε διασπορά στο παραφαρυγγικό ή οπισθοφαρυγγικό διάστημα και σε σήψη.
Αν ο πόνος στην κατάποση είναι μονόπλευρος, έχει επιδεινωθεί παρά τη λήψη αντιβιοτικού για 2–3 ημέρες, δυσκολεύεσαι να ανοίξεις το στόμα ή να καταπιείς το σάλιο σου και η φωνή σου έχει αλλάξει, χρειάζεσαι κλινική εξέταση άμεσα από ωτορινολαρυγγολόγο. Αν, ωστόσο, συνυπάρχουν δυσκολία στην αναπνοή, stridor, σιελόρροια ή υψηλός πυρετός με σημεία τοξικότητας, η σωστή επιλογή είναι τα επείγοντα νοσοκομείου και όχι το ιατρείο. Η καθυστέρηση στη διάγνωση αυξάνει τον κίνδυνο για χειρουργική παροχέτευση υπό γενική αναισθησία αντί για παρακέντηση με βελόνη στο ιατρείο.
Ο ΩΡΛ εξετάζει τον φάρυγγα με άμεσο φως και καταγράφει την ασυμμετρία, τη θέση της σταφυλής, τον βαθμό τρισμού και την παρουσία διόγκωσης στον λαιμό. Ψηλαφεί τους λεμφαδένες και αξιολογεί τυχόν δυσκολία στην αναπνοή. Αν η κλινική εικόνα είναι χαρακτηριστική, προχωρά σε διαγνωστική παρακέντηση: μετά από επιφανειακή αναισθησία (συνήθως τοπικό σπρέι λιδοκαΐνης) και ενδεχομένως μικρή τοπική διήθηση, εισάγει λεπτή βελόνη στο σημείο της μέγιστης διόγκωσης και αναρροφά. Η εξαγωγή πύου επιβεβαιώνει τη διάγνωση και αποτελεί ταυτόχρονα την πρώτη θεραπευτική ενέργεια. Η ίδια η παρακέντηση μπορεί να είναι δυσάρεστη, αλλά η εκκένωση του πύου συνήθως ανακουφίζει σημαντικά τον ασθενή.
Αν η κλινική εικόνα δεν είναι σαφής, αν η παρακέντηση δεν εξάγει πύον παρά την έντονη διόγκωση ή αν υπάρχει εκτεταμένη διόγκωση του λαιμού, ζητείται αξονική τομογραφία με σκιαγραφικό. Η νοσηλεία είναι απαραίτητη όταν υπάρχει δυσκολία στην αναπνοή, αδυναμία λήψης υγρών από το στόμα, απειλή ρήξης του αποστήματος, σημεία σήψης ή ανεπαρκής ανταπόκριση στην αρχική παροχέτευση.
Η αναρρόφηση του πύου με βελόνα στο ιατρείο είναι μία από τις πρώτες επιλογές όταν το απόστημα είναι μικρό και η ασυμμετρία σαφής. Η διαδικασία γίνεται με τοπική αναισθησία και διαρκεί λίγα λεπτά. Ακολουθεί αντιβίωση από το στόμα ή ενδοφλέβια, αναλγητικά και παρακολούθηση για 24–48 ώρες. Επειδή τα περιαμυγδαλικά αποστήματα είναι κατά κανόνα πολυμικροβιακά, με συμμετοχή στρεπτοκόκκων της ομάδας A, Fusobacterium necrophorum και αναερόβιων (Prevotella, Peptostreptococcus), η εμπειρική αντιβιοτική κάλυψη πρέπει να περιλαμβάνει αναερόβια — συνήθως αμοξυκιλλίνη/κλαβουλανικό ή κλινδαμυκίνη σε αλλεργικούς, ανάλογα με τη βαρύτητα και το ιστορικό του ασθενούς. Αν η βελτίωση είναι σταθερή, η θεραπεία συνεχίζεται εξωνοσοκομειακά.
Αν η παρακέντηση δεν εξάγει πύον, αν το απόστημα είναι πολυθαλαμικό ή αν υπάρχει υποτροπή μετά την αρχική αναρρόφηση, απαιτείται χειρουργική τομή. Η διαδικασία γίνεται συνήθως υπό γενική αναισθησία: ο χειρουργός ανοίγει το απόστημα, αφαιρεί το πυώδες υλικό, ξεπλένει την κοιλότητα και τοποθετεί προσωρινό παροχετευτικό αν χρειάζεται. Η νοσηλεία διαρκεί συνήθως 2–4 ημέρες και η αντιβίωση συνεχίζεται για συνολικά 10–14 ημέρες, ανάλογα με την κλινική πορεία.
Η άμεση αφαίρεση των αμυγδαλών κατά τη διάρκεια της οξείας φάσης (hot tonsillectomy) γίνεται σπάνια και μόνο σε επιλεγμένες περιπτώσεις που η παροχέτευση αποτυγχάνει ή το απόστημα επαναλαμβάνεται. Η συνήθης πρακτική είναι να αντιμετωπιστεί πρώτα το απόστημα και να προγραμματιστεί η αμυγδαλεκτομή 4–6 εβδομάδες αργότερα, ιδίως αν υπάρχει ιστορικό υποτροπιαζουσών αμυγδαλίτιδων.
Το περιαμυγδαλικό απόστημα εμφανίζεται συχνότερα σε εφήβους και νεαρούς ενήλικες (15–40 ετών), σε μια ηλικία στην οποία οι αμυγδαλές είναι ακόμη ενεργές λεμφικά και η έκθεση σε λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συχνή. Τα μικρά παιδιά προσβάλλονται λιγότερο, ενώ στους ενήλικες άνω των 40 η συχνότητα μειώνεται καθώς οι αμυγδαλές τείνουν να ατροφούν φυσιολογικά. Ωστόσο, καμία ηλικιακή ομάδα δεν εξαιρείται· σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας ή ανοσοκατασταλμένα η κλινική εικόνα μπορεί να είναι άτυπη και η εξέλιξη πιο σοβαρή, γι' αυτό τα συμπτώματα δεν πρέπει να υποτιμώνται με βάση μόνο την ηλικία.
Το κάπνισμα βλάπτει τα κροσσωτά επιθήλια του φάρυγγα και μειώνει την τοπική άμυνα, διευκολύνοντας τη διείσδυση βακτηρίων στον περιαμυγδαλικό ιστό. Η κακή στοματική υγιεινή, οι ανεπούλωτες τερηδόνες και η περιοδοντίτιδα δημιουργούν μόνιμη πηγή αναερόβιων βακτηρίων που μπορούν να επιπλέξουν μια αμυγδαλίτιδα. Η καθυστερημένη αντιμετώπιση της αρχικής λοίμωξης, είτε λόγω αυτοθεραπείας είτε λόγω ανεπαρκούς αντιβιοτικής κάλυψης, είναι ο κυριότερος τροποποιήσιμος παράγοντας κινδύνου.
Οι επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις προκαλούν ινώδη αλλοίωση της κάψας της αμυγδαλής και δημιουργούν κρύπτες στις οποίες παγιδεύονται βακτήρια. Αυτές οι κρύπτες λειτουργούν ως εστίες χρόνιας φλεγμονής και διευκολύνουν τη διάδοση της λοίμωξης προς τον περιαμυγδαλικό χώρο. Σε ασθενείς με ιστορικό συχνά υποτροπιαζουσών αμυγδαλίτιδων, η αμυγδαλεκτομή μπορεί να μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο για μελλοντικό απόστημα.
Η βακτηριακή αμυγδαλίτιδα αντιμετωπίζεται με αντιβίωση της οποίας η διάρκεια εξαρτάται από το επιλεγμένο αντιβιοτικό: τυπικά 10 ημέρες για πενικιλλίνη ή αμοξυκιλλίνη σε στρεπτοκοκκική αμυγδαλίτιδα (με στόχο και την πρόληψη του οξέος ρευματικού πυρετού), 5–7 ημέρες για ορισμένες κεφαλοσπορίνες, ή 5 ημέρες για αζιθρομυκίνη. Η διάρκεια και η επιλογή ορίζονται από τον θεράποντα ιατρό και η αγωγή δεν πρέπει να διακόπτεται πρόωρα ακόμη και αν τα συμπτώματα υποχωρήσουν νωρίτερα, διότι αυξάνεται ο κίνδυνος εξέλιξης σε απόστημα. Το ταχύ τεστ ανίχνευσης αντιγόνου στρεπτοκόκκου (rapid strep test) ανιχνεύει ειδικά τον β-αιμολυτικό στρεπτόκοκκο της ομάδας A· θετικό αποτέλεσμα κατευθύνει σε άμεση έναρξη θεραπείας, αλλά αρνητικό αποτέλεσμα δεν αποκλείει βακτηριακή αιτιολογία από άλλα παθογόνα (π.χ. Fusobacterium, αναερόβια, άλλους στρεπτοκόκκους). Στα παιδιά, λόγω χαμηλότερης ευαισθησίας του τεστ, οι κατευθυντήριες οδηγίες συνήθως συνιστούν επιβεβαίωση αρνητικού αποτελέσματος με καλλιέργεια φαρυγγικού επιχρίσματος. Αν ο πόνος δεν βελτιώνεται μέσα σε 48 ώρες από την έναρξη του αντιβιοτικού, χρειάζεσαι επανεκτίμηση.
Ο πόνος στην κατάποση οδηγεί σε αποφυγή υγρών και τροφής, και η αφυδάτωση επιδεινώνει τη γενική κατάσταση και την ανοσολογική απάντηση. Η λήψη επαρκών υγρών, ακόμη και με μικρές γουλιές, και η χρήση αναλγητικών διατηρούν την κατάποση λειτουργική. Η παρακεταμόλη αποτελεί συνήθως την πρώτη επιλογή. Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη (όπως η ιβουπροφαίνη) μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατόπιν ιατρικής σύστασης, με προσοχή στις γνωστές αντενδείξεις: εγκυμοσύνη (ιδίως 3ο τρίμηνο), νεφρική ανεπάρκεια, ενεργό πεπτικό έλκος ή γαστροπάθεια, αλλεργία σε ΜΣΑΦ, αφυδάτωση και ορισμένες περιπτώσεις βακτηριακών λοιμώξεων μαλακών μορίων, όπου ορισμένες κατευθυντήριες οδηγίες προτείνουν επιφυλακτικότητα. Η δοσολογία και η καταλληλότητα πρέπει να εξατομικεύονται με βάση το ιστορικό του ασθενούς.
Σύμφωνα με τις διεθνώς αποδεκτές ενδείξεις (κριτήρια Paradise, που χρησιμοποιούνται από την American Academy of Otolaryngology), η αμυγδαλεκτομή λόγω υποτροπιαζουσών αμυγδαλίτιδων ενδείκνυται σε επτά ή περισσότερα τεκμηριωμένα επεισόδια σε έναν χρόνο, ή σε πέντε επεισόδια ετησίως για δύο συναπτά έτη, ή σε τρία επεισόδια ετησίως για τρία συναπτά έτη. Σε ασθενείς με ιστορικό περιαμυγδαλικού αποστήματος και επαναλαμβανόμενων αμυγδαλίτιδων, η ένδειξη για χειρουργείο πρέπει να συζητηθεί με τον ΩΡΛ. Η αμυγδαλεκτομή μειώνει δραστικά —αν και δεν μηδενίζει— τον κίνδυνο μελλοντικού αποστήματος, καθώς σπάνια έχουν περιγραφεί περιπτώσεις σε υπολειμματικό αμυγδαλικό ιστό. Η επέμβαση γίνεται σε περίοδο ύφεσης, τουλάχιστον 4–6 εβδομάδες μετά το τελευταίο επεισόδιο λοίμωξης. Στους ενήλικες η πλήρης ανάρρωση συνήθως απαιτεί 2–3 εβδομάδες, με τις πρώτες 10–14 ημέρες να είναι οι πιο επώδυνες και υψηλού κινδύνου. Σημαντικός κίνδυνος είναι η μετεγχειρητική (δευτερογενής) αιμορραγία, η οποία εμφανίζεται τυπικά μεταξύ 5ης και 10ης ημέρας, είναι συχνότερη στους ενήλικες από ό,τι στα παιδιά και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι σοβαρή· γι' αυτό η ενημερωμένη συναίνεση πρέπει να περιλαμβάνει αυτή την παράμετρο.
Ο πόνος στην κατάποση με παρουσία πύου στις αμυγδαλές δεν είναι πάντα περιαμυγδαλικό απόστημα και δεν είναι πάντα βακτηριακής αιτιολογίας, αλλά η μονόπλευρη διόγκωση, ο τρισμός, η εκτόπιση της σταφυλής και η αλλαγή της φωνής είναι σημεία που επιβάλλουν άμεση κλινική εξέταση από ΩΡΛ. Όταν συνυπάρχουν δυσκολία αναπνοής, stridor, σιελόρροια, υψηλός πυρετός ή σημεία τοξικότητας, ο ασθενής πρέπει να μεταβεί κατευθείαν στα επείγοντα νοσοκομείου. Η διαγνωστική παρακέντηση με βελόνα στο ιατρείο επιβεβαιώνει τη διάγνωση και αποτελεί την πρώτη θεραπευτική ενέργεια, ενώ η χειρουργική παροχέτευση επιφυλάσσεται για περιπτώσεις που η αναρρόφηση αποτυγχάνει. Η έγκαιρη έναρξη κατάλληλης αντιβίωσης (που να καλύπτει και αναερόβια στο πλαίσιο επιπλεγμένης λοίμωξης), η ολοκλήρωση της αγωγής και η επανεκτίμηση σε περίπτωση μη βελτίωσης είναι οι πιο αποτελεσματικοί τρόποι για να αποφευχθεί η εξέλιξη από αμυγδαλίτιδα σε απόστημα. Σε ασθενείς με υποτροπιάζουσες αμυγδαλίτιδες που πληρούν τα κριτήρια ένδειξης, η αμυγδαλεκτομή σε περίοδο ύφεσης μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο μελλοντικών επιπλοκών.
Το παρόν κείμενο έχει αμιγώς ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν αντικαθιστά την εξατομικευμένη ιατρική γνωμάτευση, διάγνωση ή θεραπεία. Για οποιοδήποτε σύμπτωμα, λήψη φαρμάκων ή απόφαση σχετικά με χειρουργική επέμβαση, απευθυνθείτε σε ωτορινολαρυγγολόγο ή στο πλησιέστερο τμήμα επειγόντων.