Η ένταξη εργαζομένων στη μισθοδοσία γίνεται από την πρώτη ημέρα εργασίας, πριν από την έναρξη του ωραρίου, μέσω της Αναγγελίας Πρόσληψης στο Πληροφοριακό Σύστημα ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ. Παράλληλα, ο εργοδότης αναλαμβάνει υποχρεώσεις τόσο για την παρακράτηση και απόδοση Φόρου Μισθωτών Υπηρεσιών (ΦΜΥ) όσο και για τις ασφαλιστικές εισφορές προς τον e-ΕΦΚΑ μέσω της Αναλυτικής Περιοδικής Δήλωσης (ΑΠΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 64 του ν.4172/2013 (ΚΦΕ), η απόδοση του παρακρατούμενου ΦΜΥ γίνεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του δεύτερου μήνα από την ημερομηνία καταβολής του εισοδήματος.
Σε λογιστικά γραφεία, όπου η πελατεία αποτελείται κυρίως από οικογενειακές επιχειρήσεις και μικρομεσαίες δομές, το ερώτημα για την ακριβή χρονική στιγμή ένταξης στη μισθοδοσία εμφανίζεται συχνά κατά τη διαδικασία επέκτασης της επιχείρησης ή στη μετάβαση από εξωτερικούς συνεργάτες σε μισθωτή απασχόληση.
Η νομική υποχρέωση είναι σαφής: η αναγγελία πρόσληψης υποβάλλεται στο σύστημα ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ πριν από την έναρξη της εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί να ολοκληρωθεί η διαδικασία την ίδια ημέρα — πρέπει να έχει καταχωρηθεί πριν ο εργαζόμενος αρχίσει το καθήκον του. Από το 2022, με σταδιακή διεύρυνση σε περισσότερους κλάδους, ισχύει επιπλέον η υποχρέωση ενεργοποίησης ψηφιακής κάρτας εργασίας μέσω ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ για την καταγραφή του πραγματικού χρόνου εργασίας.
Αν η έναρξη εργασίας είναι προγραμματισμένη για Δευτέρα 08:00, η αναγγελία πρέπει να έχει υποβληθεί το αργότερο την προηγούμενη Παρασκευή ή το Σαββατοκύριακο, εφόσον το σύστημα το επιτρέπει. Στην πράξη, πολλοί εργοδότες υποβάλλουν την αναγγελία την Παρασκευή απόγευμα για να αποφύγουν τεχνικά προβλήματα την τελευταία στιγμή.
Η μη έγκαιρη αναγγελία πρόσληψης συνιστά αδήλωτη εργασία και, σύμφωνα με τον ν.4554/2018 όπως ισχύει, επιφέρει κατ' αποκοπή πρόστιμο 10.500 ευρώ ανά αδήλωτο εργαζόμενο, ανεξαρτήτως του αν η εργασία διήρκεσε μία ώρα ή έναν μήνα. Το ποσό προσαυξάνεται σε περίπτωση υποτροπής ή όταν αφορά ευάλωτες ομάδες (π.χ. ανήλικους). Μπορεί, ωστόσο, να μειωθεί σε εύρος 2.000–7.000 ευρώ εφόσον ο εργοδότης προβεί σε πρόσληψη του εργαζομένου με σύμβαση πλήρους απασχόλησης διάρκειας από 3 έως 12 μηνών, υπό τις προϋποθέσεις του νόμου. Το πρόστιμο επιβάλλεται από την Επιθεώρηση Εργασίας (Ανεξάρτητη Αρχή Επιθεώρησης Εργασίας), η οποία, με τον ν.4808/2021, αντικατέστησε το παλαιότερο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ).
Ο ΦΜΥ αποτελεί προκαταβολή φόρου που παρακρατείται από τον μισθό του εργαζομένου και αποδίδεται στη φορολογική αρχή. Η υποχρέωση απόδοσης δημιουργείται από τη στιγμή που καταβάλλεται ο πρώτος μισθός — όχι από τη στιγμή της πρόσληψης. Με βάση το άρθρο 64 του ν.4172/2013, η απόδοση γίνεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του δεύτερου μήνα από την ημερομηνία καταβολής.
Αν ο εργαζόμενος αρχίζει στις 10 Μαρτίου και λαμβάνει μισθό για τις ημέρες Μαρτίου που καταβάλλεται εντός Μαρτίου, η απόδοση του παρακρατούμενου ΦΜΥ γίνεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του Μαΐου. Ο ΦΜΥ υπολογίζεται επί του φορολογητέου εισοδήματος που αντιστοιχεί στις ημέρες που πράγματι εργάστηκε, μετά την αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών του εργαζομένου.
Αν η επιχείρηση καταβάλλει προκαταβολή τον ίδιο μήνα και υπόλοιπο τον επόμενο, ο ΦΜΥ υπολογίζεται επί του ποσού που καταβλήθηκε εντός κάθε μήνα αναφοράς, με βάση τον χρόνο πραγματικής καταβολής. Δηλαδή, αν καταβάλλεις 600 ευρώ τον Μάρτιο και 400 ευρώ τον Απρίλιο για τον ίδιο μισθό Μαρτίου, η παρακράτηση γίνεται κατά την καταβολή και η απόδοση ακολουθεί την προθεσμία του δεύτερου μήνα από κάθε καταβολή.
Η εκπρόθεσμη υποβολή δήλωσης παρακρατούμενου φόρου επισύρει πρόστιμο εκπρόθεσμης υποβολής με βάση το άρθρο 54 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν.4987/2022), το οποίο κυμαίνεται ανάλογα με την κατηγορία τήρησης βιβλίων. Παράλληλα, οφείλονται τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής σύμφωνα με το άρθρο 53 του ΚΦΔ, με επιτόκιο που καθορίζεται με υπουργική απόφαση. Στις περιπτώσεις μη απόδοσης παρακρατηθέντος φόρου, εφαρμόζονται αυξημένα πρόστιμα κατά το άρθρο 59 του ΚΦΔ, που μπορούν να φτάσουν στο 50% του μη αποδοθέντος ποσού.
Η έλλειψη ρευστότητας δεν αναστέλλει την υποχρέωση απόδοσης. Αν δεν μπορείς να καταβάλεις το ποσό, η οφειλή βεβαιώνεται και εμφανίζεται ως ληξιπρόθεσμη. Στη συνέχεια μπορείς να υποβάλεις αίτημα ένταξης σε πάγια ρύθμιση οφειλών της ΑΑΔΕ· για παρακρατούμενους φόρους, όπως ο ΦΜΥ, ο αριθμός των δόσεων είναι συνήθως μειωμένος σε σχέση με άλλες οφειλές, ενώ ισχύουν προϋποθέσεις ελάχιστου ποσού δόσης και επιβάρυνσης με τόκους. Οι τόκοι και τα πρόστιμα που έχουν ήδη επιβληθεί δεν αναιρούνται με την υπαγωγή σε ρύθμιση.
Η ανεξόφλητη οφειλή ΦΜΥ εμφανίζεται στο αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας και εμποδίζει την έκδοσή του. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορείς να συμμετάσχεις σε διαγωνισμούς, να υπογράψεις δημόσια σύμβαση ή να λάβεις επιδότηση μέχρι να εξοφληθεί ή να ρυθμιστεί η οφειλή.
Ο ΦΜΥ υπολογίζεται με βάση την κλίμακα φορολογίας εισοδήματος μισθωτών του άρθρου 15 του ΚΦΕ:
Επιπλέον, εφαρμόζεται η μείωση φόρου του άρθρου 16 του ΚΦΕ (777 € για μισθωτό χωρίς εξαρτώμενα τέκνα, με προσαύξηση ανά τέκνο), η οποία αφαιρείται από τον φόρο που προκύπτει βάσει κλίμακας. Ο λογιστής υπολογίζει τον ετήσιο φόρο επί του φορολογητέου εισοδήματος (μεικτές αποδοχές μείον ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένου), αφαιρεί τη μείωση και παρακρατεί αναλογικά το μηνιαίο ποσό.
Για μηνιαίο μεικτό μισθό 1.200 €, ο ετήσιος μεικτός μισθός υπολογίζεται με βάση 14 μηνιαίους μισθούς (12 μηνιαίοι + δώρο Χριστουγέννων + δώρο Πάσχα + επίδομα αδείας), δηλαδή 1.200 × 14 = 16.800 €. Αφαιρούνται οι ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένου στον e-ΕΦΚΑ (περίπου 13,87%), οπότε το φορολογητέο εισόδημα διαμορφώνεται περίπου στα 14.470 €. Με την ισχύουσα κλίμακα προκύπτει ετήσιος φόρος περίπου 1.883 € (9% επί των πρώτων 10.000 € = 900 € + 22% επί των επόμενων 4.470 € ≈ 983 €). Αφαιρώντας τη μείωση φόρου των 777 €, ο τελικός ετήσιος φόρος διαμορφώνεται περίπου στα 1.106 €, δηλαδή κατά μέσο όρο γύρω στα 92 € μηνιαία παρακράτηση. Οι ακριβείς αριθμοί ποικίλλουν ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση και τυχόν τροποποιήσεις των συντελεστών.
Η βασική μείωση φόρου των 777 € εφαρμόζεται αυτόματα σε κάθε μισθωτό. Όταν υπάρχουν εξαρτώμενα τέκνα, η μείωση φόρου προσαυξάνεται κατά κλιμακούμενα ποσά ανά τέκνο. Για να ληφθεί υπόψη αυτή η πρόσθετη μείωση κατά τη μηνιαία παρακράτηση, ο εργαζόμενος υποβάλλει στον εργοδότη δήλωση οικογενειακής κατάστασης (στην πράξη συνήθως με Υπεύθυνη Δήλωση του ν.1599/1986)· διαφορετικά, ο ΦΜΥ υπολογίζεται με τη βασική μόνο μείωση και η οριστική εκκαθάριση γίνεται με την ετήσια φορολογική δήλωση του εργαζομένου.
Η συχνότητα καταβολής μισθού δεν επηρεάζει τη συχνότητα απόδοσης ΦΜΥ. Ακόμα κι αν πληρώνεις εβδομαδιαία, ο ΦΜΥ αποδίδεται με βάση τις προθεσμίες του ΚΦΕ, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των καταβολών εντός κάθε μήνα. Η μόνη διαφορά είναι ότι πρέπει να τηρείς αναλυτική καταγραφή των εβδομαδιαίων πληρωμών για τον σωστό υπολογισμό του συνολικού ΦΜΥ.
Για ημερομίσθιους, ο ΦΜΥ υπολογίζεται επί του συνόλου των ημερομισθίων που καταβλήθηκαν, μετά την αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών. Αν ένας εργαζόμενος εργάστηκε 12 ημέρες τον Μάρτιο με ημερομίσθιο 50 € (μεικτό σύνολο 600 €), η παρακράτηση γίνεται επί του φορολογητέου ποσού που προκύπτει και η απόδοση ακολουθεί τις προθεσμίες του άρθρου 64 του ΚΦΕ.
Παράλληλα με τον ΦΜΥ, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλλει τις ασφαλιστικές εισφορές στον e-ΕΦΚΑ και να υποβάλλει μηνιαία Αναλυτική Περιοδική Δήλωση (ΑΠΔ) για κάθε εργαζόμενο. Οι εισφορές για τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα ανέρχονται ενδεικτικά σε ποσοστό περίπου 22% για τον εργοδότη και περίπου 14% για τον εργαζόμενο επί των μεικτών αποδοχών, με τα ακριβή ποσοστά να εξαρτώνται από τον κλάδο και την ασφαλιστική κατηγορία. Η ΑΠΔ υποβάλλεται μηνιαία, με προθεσμίες που ορίζονται ανά περίοδο, και η εκπρόθεσμη υποβολή ή η μη καταβολή των εισφορών συνεπάγεται προσαυξήσεις και πρόστιμα. Η παράλειψη της ΑΠΔ δεν θεραπεύεται από την εμπρόθεσμη απόδοση του ΦΜΥ — πρόκειται για δύο διακριτές υποχρεώσεις.
Σε λογιστικά γραφεία όπου η καθημερινή ροή πελατών περιλαμβάνει πολλές νέες επιχειρήσεις που προσλαμβάνουν για πρώτη φορά, η συζήτηση ξεκινά πάντα με την επιβεβαίωση ότι η επιχείρηση έχει ενεργό ΑΦΜ, έχει υποβάλει Δήλωση Έναρξης Εργασιών (Μ1) στην ΑΑΔΕ, έχει απογραφεί ως εργοδότης στον e-ΕΦΚΑ και διαθέτει πρόσβαση στο σύστημα ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, η αναγγελία πρόσληψης δεν μπορεί να ολοκληρωθεί.
Για την αναγγελία πρόσληψης χρειάζεσαι: πλήρες ονοματεπώνυμο, ΑΦΜ, ΑΜΚΑ, διεύθυνση κατοικίας, στοιχεία ταυτότητας ή διαβατηρίου, και αριθμό τραπεζικού λογαριασμού (IBAN) για την πληρωμή. Αν ο εργαζόμενος είναι αλλοδαπός εκτός Ε.Ε., απαιτείται επιπλέον άδεια διαμονής και εργασίας σε ισχύ.
Οι μεταβολές δηλώνονται στο ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ με διαφορετικά έντυπα και προθεσμίες ανά περίπτωση. Για την τροποποίηση ωραρίου ή οργάνωσης του χρόνου εργασίας, ο Συμπληρωματικός Πίνακας Προσωπικού (Ε4 — συμπληρωματικός ωραρίου) πρέπει να υποβάλλεται πριν από την έναρξη ισχύος της μεταβολής. Για αλλαγή αποδοχών ή λοιπών όρων, η δήλωση γίνεται με τροποποιητικό Πίνακα Προσωπικού (Ε4). Η μετατροπή σύμβασης από μερική σε πλήρη απασχόληση (ή αντίστροφα) απαιτεί νέα ή τροποποιητική σύμβαση και υποβολή του αντίστοιχου εντύπου (Ε9/Ε10 κατά περίπτωση). Η μη τήρηση των κατά περίπτωση προθεσμιών συνιστά παράβαση και επιφέρει πρόστιμα.
Η ένταξη στη μισθοδοσία ξεκινά πριν από την πρώτη ώρα εργασίας, με αναγγελία πρόσληψης στο ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ. Παράλληλα ενεργοποιούνται τρεις διακριτές υποχρεώσεις: παρακράτηση και απόδοση ΦΜΥ, καταβολή ασφαλιστικών εισφορών στον e-ΕΦΚΑ και υποβολή ΑΠΔ. Ο ΦΜΥ αποδίδεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη του δεύτερου μήνα από την καταβολή, σύμφωνα με το άρθρο 64 του ν.4172/2013. Η μη αναγγελία πρόσληψης κοστίζει 10.500 € ανά εργαζόμενο, ενώ η εκπρόθεσμη ή μη απόδοση παρακρατούμενων φόρων επισύρει πρόστιμα και τόκους του ΚΦΔ, που μπορούν να φτάσουν στο 50% του οφειλόμενου ποσού. Αν δεν είσαι σίγουρος για τη χρονική στιγμή ή τον τρόπο υπολογισμού, ζήτησε επιβεβαίωση από τον λογιστή σου πριν από την πρόσληψη — όχι μετά.
Το παρόν άρθρο έχει αμιγώς ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά εξειδικευμένη συμβουλή λογιστή ή φοροτεχνικού. Τα ποσά, τα ποσοστά, οι κλίμακες και οι προθεσμίες ενδέχεται να τροποποιηθούν από μεταγενέστερες νομοθετικές ρυθμίσεις ή υπουργικές αποφάσεις. Για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση συνιστάται ο έλεγχος των ισχυουσών διατάξεων και η συνεργασία με αδειούχο επαγγελματία.