Η χρόνια ρινική απόφραξη με απώλεια όσφρησης συνδέεται συχνά με ρινικούς πολύποδες — καλοήθεις βλεννογόνους σχηματισμούς που αναπτύσσονται στη ρινική κοιλότητα και τους παραρρίνιους κόλπους λόγω επίμονης φλεγμονής. Όταν η μύτη παραμένει μπουκωμένη για εβδομάδες ή μήνες παρά τη χρήση αποσυμφορητικών, και η όσφρηση έχει εξασθενήσει δραματικά, η ενδοσκοπική εξέταση από ωτορινολαρυγγολόγο (ΩΡΛ) γίνεται αναγκαία.
Οι ρινικοί πολύποδες προκύπτουν από επαναλαμβανόμενη ή επίμονη φλεγμονή του βλεννογόνου της ρινικής κοιλότητας και των παραρρίνιων κόλπων (ηθμοειδών κυψελών, ιγμορείου, μετωπιαίου και σφηνοειδούς). Σχηματίζονται κυρίως στον μέσο ρινικό πόρο. Όταν η φλεγμονή γίνεται χρόνια, ο βλεννογόνος οιδαίνει και σχηματίζει μικρές προεξοχές που σταδιακά μεγαλώνουν. Αυτές οι προεξοχές, που μοιάζουν με σταγόνες ή σταφύλια, είναι οι πολύποδες: μαλακοί, ανώδυνοι σχηματισμοί που αποφράσσουν τη ροή του αέρα και των εκκρίσεων.
Στις κύριες αιτίες περιλαμβάνονται: (α) η χρόνια ηωσινοφιλική φλεγμονή τύπου 2 (Th2 inflammation), που αποτελεί το κυρίαρχο παθογενετικό υπόβαθρο της χρόνιας ρινοκολπίτιδας με πολύποδες (CRSwNP) κατά τις κατευθυντήριες οδηγίες EPOS 2020· (β) η συνύπαρξη με βρογχικό άσθμα, που εμφανίζεται στο 40–60% των ασθενών με CRSwNP· (γ) η νόσος AERD (Aspirin-Exacerbated Respiratory Disease) ή «τριάδα Samter» (πολύποδες + άσθμα + δυσανεξία σε ασπιρίνη/ΜΣΑΦ)· (δ) η αλλεργική ρινίτιδα· (ε) σε παιδιά, η κυστική ίνωση και τα σύνδρομα πρωτοπαθούς δυσκινησίας των κροσσών.
Η όσφρηση εξαρτάται από την επαφή των μορίων των οσμών με τους οσφρητικούς υποδοχείς στην οροφή της ρινικής κοιλότητας. Οι πολύποδες, καταλαμβάνοντας χώρο και προκαλώντας οίδημα, εμποδίζουν τον αέρα να φτάσει στην οσφρητική ζώνη. Το αποτέλεσμα είναι ανοσμία (πλήρης απώλεια όσφρησης) ή υποσμία (μειωμένη όσφρηση). Η απώλεια αυτή είναι συνήθως αμφίπλευρη και προοδευτική — δεν συμβαίνει ξαφνικά, αλλά επιδεινώνεται σταδιακά.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η καθαρή γευστική αντίληψη (γλυκό, αλμυρό, ξινό, πικρό, umami) διατηρείται. Αυτό που χάνεται είναι η πολυπλοκότητα του αρώματος των τροφών (flavor), που εξαρτάται από τη ρετρορρινική όσφρηση. Γι' αυτό πολλοί ασθενείς λένε ότι «έχασαν τη γεύση», ενώ στην πραγματικότητα έχουν χάσει την οσφρητική συνιστώσα της γευστικής εμπειρίας.
Πολλοί ασθενείς νομίζουν ότι οι ρινικοί πολύποδες είναι καρκινικοί ή προκαρκινικοί όγκοι. Στην πραγματικότητα, οι πολύποδες είναι καλοήθεις και αποτελούνται από φλεγμονώδη ιστό — δεν είναι νεοπλάσματα. Ωστόσο, η διάγνωση πρέπει να επιβεβαιώνεται με ενδοσκόπηση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, με αξονική τομογραφία ή ιστολογική εξέταση, ώστε να αποκλειστούν σπάνιες καταστάσεις που μιμούνται πολύποδες (όπως όγκοι, ανεστραμμένα θηλώματα ή μυκητιασικές μάζες), ιδίως όταν η εικόνα είναι μονόπλευρη.
Σύμφωνα με τον διεθνή ορισμό (EPOS 2020), η χρόνια ρινοκολπίτιδα ορίζεται ως επίμονα συμπτώματα ρινικής συμπτωματολογίας για 12 εβδομάδες ή περισσότερο. Εάν η μύτη παραμένει μπουκωμένη για τόσο διάστημα και δεν ανακουφίζεται με ρινικά αποσυμφορητικά ή αντιισταμινικά, υπάρχει πιθανότητα να υπάρχουν πολύποδες ή άλλη υποκείμενη παθολογία και ενδείκνυται ενδοσκοπική εκτίμηση από ΩΡΛ, ιδίως όταν συνυπάρχει απώλεια όσφρησης. Στους πολύποδες η απόφραξη είναι τυπικά αμφίπλευρη και σταθερή.
Η σταδιακή απώλεια της ικανότητας να μυρίζετε καφέ, άρωμα ή τρόφιμα — και η συνοδός αλλοίωση της γευστικής εμπειρίας — είναι κλασικό σημάδι. Πολλοί ασθενείς αντιλαμβάνονται το πρόβλημα όταν δεν μπορούν πια να αναγνωρίσουν τη μυρωδιά του φαγητού που μαγειρεύουν ή όταν χάνουν την απόλαυση του φαγητού. Πρέπει να σημειωθεί ότι η απώλεια όσφρησης δεν οφείλεται μόνο σε αποφρακτικά αίτια όπως οι πολύποδες· η μετα-ιογενής ανοσμία (κυρίως μετά από λοίμωξη COVID-19) έχει γίνει μία από τις συχνότερες αιτίες ανοσμίας παγκοσμίως και η διαφορική διάγνωση γίνεται με ενδοσκόπηση και κλινική εκτίμηση.
Οι πολύποδες συχνά συνοδεύονται από χρόνια ρινοκολπίτιδα, που προκαλεί παχύρρευστες εκκρίσεις, αίσθημα πίεσης στα ζυγωματικά και τους μετωπιαίους κόλπους, και επίμονη κεφαλαλγία. Η πίεση επιδεινώνεται όταν σκύβετε ή ξαπλώνετε.
Η μονόπλευρη ρινική απόφραξη, η επανειλημμένη ή σοβαρή ρινορραγία, ο μονόπλευρος πόνος προσώπου, η διπλωπία, οι διαταραχές όρασης ή το πρήξιμο γύρω από το μάτι αποτελούν σημεία συναγερμού. Σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να αποκλειστούν σοβαρότερες παθήσεις (όγκοι, μυκητιασικές λοιμώξεις, επεμβατική μυκητίαση σε ανοσοκατασταλμένους) πριν τεθεί η διάγνωση των πολυπόδων.
Η ρινική ενδοσκόπηση — με λεπτό, εύκαμπτο ή άκαμπτο ενδοσκόπιο — επιτρέπει στον ΩΡΛ να δει απευθείας το εσωτερικό της μύτης και τις περιοχές των στομίων των παραρρίνιων κόλπων. Οι πολύποδες εμφανίζονται ως λείες, γυαλιστερές, ωχρές ή ρόδινες μάζες που κρέμονται από τον βλεννογόνο. Η εξέταση είναι ανώδυνη και διαρκεί λίγα λεπτά, συχνά με τοπική αναισθησία σε σπρέι.
Η αξονική τομογραφία (CT) των παραρρίνιων κόλπων δείχνει την έκταση της φλεγμονής, τη θέση και το μέγεθος των πολυπόδων, και αποκλείει άλλες παθήσεις (όπως ανατομικές ανωμαλίες ή όγκους). Είναι απαραίτητη πριν από χειρουργική επέμβαση για τον προεγχειρητικό σχεδιασμό.
Πολλοί ασθενείς με πολύποδες έχουν υποκείμενες αλλεργίες, άσθμα ή ηωσινοφιλική φλεγμονή τύπου 2. Ο έλεγχος για αλλεργίες (skin prick tests ή ειδικά IgE), καθώς και η μέτρηση ηωσινοφίλων στο αίμα, βοηθούν στον προσδιορισμό της αιτιολογίας και στην επιλογή θεραπείας — ιδίως όσον αφορά την πιθανή ένδειξη βιολογικής θεραπείας. Σε παιδιά κάτω των 10 ετών με πολύποδες, συνιστάται έλεγχος για κυστική ίνωση.
Τα τοπικά κορτικοστεροειδή σε σπρέι (π.χ. mometasone, fluticasone) μειώνουν τη φλεγμονή και συχνά συρρικνώνουν τους πολύποδες. Η κλινική αξιολόγηση γίνεται συνήθως μετά από 4–12 εβδομάδες, αλλά η θεραπεία είναι κατά κανόνα μακροχρόνια και συνεχής. Η σωστή τεχνική χορήγησης είναι κρίσιμη: η κεφαλή πρέπει να είναι ελαφρώς σκυμμένη προς τα εμπρός και το σπρέι να κατευθύνεται προς το εξωτερικό μέρος της μύτης, μακριά από το ρινικό διάφραγμα, για να αποφεύγονται οι επιστάξεις και να βελτιώνεται η αποτελεσματικότητα.
Σε ορισμένες περιπτώσεις χρειάζεται σύντομη θεραπεία με από του στόματος κορτικοστεροειδή, συνήθως διάρκειας 5–10 ημερών. Τα φάρμακα αυτά έχουν σημαντικές πιθανές παρενέργειες: γαστρικές διαταραχές, αύξηση αρτηριακής πίεσης, υπεργλυκαιμία, αϋπνία, διαταραχές διάθεσης και, σε επανειλημμένη χρήση, οστεοπόρωση, καταρράκτη και άλλες σοβαρές επιπλοκές. Η επανειλημμένη χρήση (περισσότεροι από 1–2 κύκλοι ανά έτος) θεωρείται ένδειξη ανεπαρκούς ελέγχου της νόσου και ωθεί προς εναλλακτικές επιλογές, όπως η χειρουργική θεραπεία ή τα βιολογικά φάρμακα.
Για ασθενείς με σοβαρούς πολύποδες που δεν ανταποκρίνονται στα κορτικοστεροειδή ή έχουν υποτροπιάσει μετά από χειρουργείο, διατίθενται πλέον βιολογικά φάρμακα. Τα εγκεκριμένα για CRSwNP είναι: dupilumab (anti-IL-4Rα — το πιο μελετημένο και με τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στους πολύποδες και στην αποκατάσταση όσφρησης), mepolizumab (anti-IL-5) και omalizumab (anti-IgE). Στην Ελλάδα η ένδειξη και η αποζημίωση μέσω ΕΟΠΥΥ διέπονται από συγκεκριμένα κριτήρια (σοβαρότητα νόσου, αποτυχία προηγούμενης θεραπείας, συνύπαρξη άσθματος κ.ά.). Η επιλογή και η παρακολούθηση γίνονται από εξειδικευμένο ΩΡΛ ή πνευμονολόγο.
Περίπου 7–15% των ασθενών με ρινικούς πολύποδες έχουν AERD (Aspirin-Exacerbated Respiratory Disease), δηλαδή συνδυασμό πολυπόδων, άσθματος και δυσανεξίας σε ασπιρίνη και άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ — ιβουπροφαίνη, δικλοφαινάκη κ.ά.). Σε αυτούς τους ασθενείς, η λήψη ΜΣΑΦ μπορεί να προκαλέσει σοβαρό βρογχόσπασμο, ρινική απόφραξη και αναφυλακτοειδή αντίδραση. Όσοι έχουν πολύποδες και άσθμα πρέπει να ενημερώνουν τον γιατρό τους πριν λάβουν οποιοδήποτε αναλγητικό· η παρακεταμόλη είναι συνήθως ασφαλέστερη επιλογή, αλλά οποιαδήποτε αλλαγή θεραπείας πρέπει να γίνεται με ιατρική καθοδήγηση.
Όταν η φαρμακευτική θεραπεία αποτυγχάνει, η λειτουργική ενδοσκοπική χειρουργική (FESS) αφαιρεί τους πολύποδες και ανοίγει τα στόμια των παραρρίνιων κόλπων για να βελτιωθεί ο αερισμός και η παροχέτευση. Η επέμβαση γίνεται υπό γενική αναισθησία, με ενδοσκοπική καθοδήγηση. Η επιστροφή σε καθημερινές δραστηριότητες γίνεται συνήθως σε 1–2 εβδομάδες, αλλά η πλήρης επούλωση του βλεννογόνου διαρκεί 3–6 μήνες. Σπάνιες αλλά σοβαρές επιπλοκές περιλαμβάνουν την επίμονη αιμορραγία, την εγκεφαλονωτιαία ρινόρροια, τις οφθαλμικές επιπλοκές (διπλωπία, σπάνια απώλεια όρασης) και τις λοιμώξεις. Η μετεγχειρητική φροντίδα — με ρινικές πλύσεις και τοπικά κορτικοστεροειδή — είναι κρίσιμη για την πρόληψη της υποτροπής.
Μετά από χειρουργείο ή επιτυχή φαρμακευτική θεραπεία, η συνεχής χρήση ρινικών κορτικοστεροειδών — συχνά για χρόνια — μειώνει τον κίνδυνο υποτροπής. Η θεραπεία πρέπει να είναι συστηματική και να μην διακόπτεται χωρίς ιατρική συμβουλή. Πρέπει να τονιστεί ότι η CRSwNP είναι χρόνια νόσος με σημαντικά ποσοστά υποτροπής (περίπου 40–60% στα πρώτα 5 χρόνια μετά από FESS), γι' αυτό η μακροχρόνια παρακολούθηση και συντήρηση είναι αναγκαία.
Οι καθημερινές πλύσεις με ισότονο ή υπέρτονο διάλυμα καθαρίζουν τις εκκρίσεις, μειώνουν τη φλεγμονή και βελτιώνουν την αναπνοή. Το ισότονο διάλυμα είναι πιο ήπιο και προτιμάται για καθημερινή χρήση· το υπέρτονο μπορεί να είναι αποτελεσματικότερο για τη μείωση του οιδήματος, αλλά συχνά προκαλεί αίσθημα καύσου.
Σημαντική προειδοποίηση ασφαλείας: Για την παρασκευή του διαλύματος πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο αποστειρωμένο, βρασμένο και ψυχρό νερό ή απιονισμένο/αποσταγμένο νερό. Ποτέ νερό απευθείας από τη βρύση, ακόμη και αν είναι πόσιμο. Έχουν καταγραφεί σπάνιες αλλά σχεδόν πάντα θανατηφόρες περιπτώσεις μόλυνσης του εγκεφάλου από αμοιβάδες (Naegleria fowleri) μετά από ρινικές πλύσεις με μη ασφαλές νερό. Τα δοχεία πλύσης πρέπει να καθαρίζονται και να στεγνώνουν καλά μετά από κάθε χρήση.
Εάν συνυπάρχουν αλλεργίες ή άσθμα, η συστηματική αντιμετώπισή τους — με αντιισταμινικά, εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή, αντιλευκοτριένια ή ανοσοθεραπεία — μειώνει τη χρόνια φλεγμονή που τροφοδοτεί τους πολύποδες. Σε ασθενείς με σοβαρή νόσο μπορεί να συμμετέχει διεπιστημονική ομάδα (ΩΡΛ, πνευμονολόγος, αλλεργιολόγος).
Χρόνια ρινική απόφραξη που δεν βελτιώνεται με συμπτωματική θεραπεία απαιτεί ενδοσκοπική εξέταση. Η έγκαιρη διάγνωση αποτρέπει επιπλοκές και βελτιώνει την ποιότητα ζωής.
Η ανοσμία ή υποσμία που δεν συνδέεται με πρόσφατη λοίμωξη, COVID-19 ή τραυματισμό πρέπει να ερευνηθεί. Οι πολύποδες είναι μία από τις συχνότερες αναστρέψιμες αποφρακτικές αιτίες, αν και η αποκατάσταση της όσφρησης δεν είναι πάντοτε πλήρης, ιδίως σε χρόνιες περιπτώσεις πολυετούς διάρκειας.
Η μονόπλευρη ρινική απόφραξη, η επαναλαμβανόμενη ή σοβαρή ρινορραγία, ο μονόπλευρος πόνος προσώπου, οι διαταραχές όρασης ή το πρήξιμο γύρω από το μάτι απαιτούν άμεση εκτίμηση από ΩΡΛ. Σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς (π.χ. υπό χημειοθεραπεία, μετά από μεταμόσχευση, με μη ρυθμισμένο σακχαρώδη διαβήτη), η συνύπαρξη ρινικής απόφραξης, πόνου και πυρετού πρέπει να εκτιμηθεί επειγόντως για αποκλεισμό επεμβατικής μυκητίασης. Σε εγκύους, η θεραπεία τροποποιείται και συντονίζεται με τον μαιευτήρα.
Η χρόνια ρινική απόφραξη με απώλεια όσφρησης δεν πρέπει να αγνοείται ως «συνηθισμένο» σύμπτωμα. Οι ρινικοί πολύποδες είναι συχνή και αντιμετωπίσιμη αιτία, και η έγκαιρη διάγνωση με ενδοσκόπηση και — όπου χρειάζεται — αξονική τομογραφία καθορίζει τη σωστή θεραπευτική στρατηγική. Εάν η μύτη παραμένει μπουκωμένη για 12 εβδομάδες ή περισσότερο, η όσφρηση έχει χαθεί και τα αποσυμφορητικά δεν φέρνουν ανακούφιση, η εκτίμηση από ΩΡΛ είναι αναγκαία. Η βελτίωση της αναπνοής και της όσφρησης είναι συχνά εφικτή — με φαρμακευτική θεραπεία, χειρουργείο ή συνδυασμό τους — αν και η νόσος είναι χρόνια, με σημαντικά ποσοστά υποτροπής, και απαιτεί μακροχρόνια συντήρηση και ρεαλιστικές προσδοκίες ως προς την πλήρη αποκατάσταση της όσφρησης.
Σημείωση: Το παρόν άρθρο έχει αποκλειστικά ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν αντικαθιστά την εξατομικευμένη ιατρική εκτίμηση και συμβουλή από ωτορινολαρυγγολόγο ή άλλον αρμόδιο ιατρό. Η διάγνωση και η θεραπεία των ρινικών πολυπόδων απαιτούν κλινική αξιολόγηση και συνταγογράφηση από ειδικό. Πριν από οποιαδήποτε αλλαγή στη φαρμακευτική σας αγωγή ή πριν τη λήψη μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών (ασπιρίνη, ιβουπροφαίνη κ.ά.), συμβουλευτείτε τον γιατρό σας.